Στα στέκια των αστέγων

Ρεπορτάζ : Αχιλλέας Χεκίμογλου
Από : "Το Βήμα"

Νύχτα. Τα ταξί στην πλατεία Καρύτση σχηματίζουν μια ατσάλινη ουρά δεκάδων μέτρων. Η κίνηση στα μπαράκια της περιοχής είναι μάλλον χλιαρή. Τα «ήρεμα» νερά της πλατείας ταράζει μια φωνή: «Ενα τσιγάρο, ρε παιδιά... Κάνα ψιλό! Πατριώτης είμαι! Ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Είμαι στον δρόμο» λέει, με το βλέμμα χαμηλωμένο, ένας ξερακιανός πενηντάρης. Είναι ένας νεοάστεγος και ανήκει σε εκείνους που το «σύστημα» πρόσφατα απέβαλε από την παραγωγή λόγω της οικονομικής κρίσης. Ένας περαστικός τού δίνει δύο ευρώ. Αυτός χαμογελά και τον ευχαριστεί με περισσή αξιοπρέπεια και ευγνωμοσύνη.

Λίγο πιο κάτω, στην πλατεία Κλαυθμώνος, οι «θέσεις ύπνου» και τα παγκάκια είναι μοιρασμένα από καιρό. Οι «παλιοί» άστεγοι τα έχουν καπαρωμένα. Οι νέοι βρίσκουν κατάλυμα σε στοές και εισόδους καταστημάτων, κατά προτίμηση κοντά σε φυλασσόμενα κτίρια. Δεν το κάνουν για να έχουν συντροφιά αλλά διότι η νύχτα είναι άγρια και προτιμούν τοποθεσίες που τις παρακολουθούν και άλλα μάτια. Άλλωστε από καιρού εις καιρόν άστεγοι βγάζουν τα μαχαίρια για μια θέση στο παγκάκι. Η εξαθλίωση φέρνει βία.

Δυτικότερα, στην πολύπαθη πλατεία Ομονοίας,τέσσερις «παλιοί» θαμώνες της κοιμούνται φασκιωμένοι με κουβέρτες πάνω από τις σχάρες του μετρό- ένα από τα λίγα ζεστά σημεία της περιοχής. Απέναντι, σε παρακείμενη στοά, μια ντουζίνα άστεγοι κοιμούνται πάνω σε χαρτόκουτα. Το ίδιο συμβαίνει και σε «καβάτζες» της οδού Αθηνάς και των στενών της γειτονιάς. Κάποιοι ξαπλώνουν στο πεζοδρόμιο, αλλά ο ύπνος τούς παίρνει με δυσκολία, γιατί φοβούνται οτιδήποτε.

Μερικοί περιφέρονται με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι και μυρίζουν αλκοόλ. Αλλοι μοιάζουν με κορμιά άδεια από ψυχή. Στην άλλη πλευρά του κέντρου, στο Ζάππειο, κάμποσοι άστεγοι προσπαθούν να βολευτούν στα παγκάκια και στα χορτάρια. Κάποιοι μοιράζονται αλκοόλ για να ζεσταθούν. Γύρω τους δεν κυκλοφορεί ψυχή. Ανάμεσά τους οι περισσότεροι κουβαλούν ψυχολογικά προβλήματα. Δεν γεννήθηκαν όμως με αυτά. Αντίθετα, η πλειονότητά τους τα απέκτησε στην ανέστια περίοδο του δρόμου. Και μάλλον λίγοι θα καταφέρουν να τα ξεπεράσουν...

Ενα στέλεχος της Πεσινέ στο... παγκάκι

Κάθεται σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Εχει ανοιχτό το βιβλίο «Ενας Γιάνκης του Κονέκτικατ στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου» του Μαρκ Τουέιν. Είναι 61 ετών, μορφωμένος και αριστερός. Εργάστηκε για τρεις δεκαετίες σε θέσεις ευθύνης του ιδιωτικού τομέα. Και σήμερα είναι, όπως λέει, «άφραγκος, άστεγος, άνεργος και ανασφάλιστος». Είναι ένας εκ των προσωρινών φιλοξενουμένων του ξενώνα του Ερυθρού Σταυρού στην πλατεία Κουμουνδούρου. Ο κ. Π. Παναγιωτόπουλος , ένας νεοάστεγος, θύμα της οικονομικής κρίσης, βρέθηκε από την πρώτη γραμμή παραγωγής της οικονομίας στον δρόμο. «Σε έναν φόνο δεν φταίει μόνο ο θύτης, αλλά συχνά και το θύμα, που μπορεί να άργησε να αντιδράσει ή να ανέχτηκε καταστάσεις» εξηγεί ο 61χρονος. «Είχα βρεθεί για ημέρες στον δρόμο. Είχα δυσκολία να βρω φαγητό και ήμουν χωρίς νερό. Με αλχημείες προσπαθούσα να επιβιώσω» λέει. «Είχα βρει μία καφετερία στο κέντρο της Αθήνας. Δίπλα της υπάρχουν τρία ιδρύματα,τα οποία φρουρούνται διαρκώς. Πήγαινα να κοιμηθώ εκεί για σιγουριά.Τη νύχτα τα πράγματα είναι πολύ άγρια.Μπορεί να μπλεχτείς σε διαφορές χωρίς να φταις» σημειώνει. «Εργαζόμουν σε εταιρεία εισαγωγής ενδυμάτων. Οι δύο συνέταιροι αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Βρέθηκα εκτός...» διηγείται. «Κατοικούσα σε έναν χώρο και αργότερα βρέθηκα εδώ. Δεν είχα πρόσβαση σε σπίτι, όμως δεν ήθελα να απευθυνθώ σε φίλους και ήμουν μόνος» τονίζει. Έχει πάρει διαζύγιο εδώ και χρόνια και δεν έκανε παιδιά.

Πρωτοδούλεψε τη δεκαετία του 1970 στη βιομηχανία. «Έπιασα δουλειά 21 χρόνων στην Πεσινέ. Ημουν στέλεχος της επιχείρησης και τότε απαγορευόταν να απεργήσουμε. Όμως απήργησα. Και την επομένη απολύθηκα. Η Πεσινέ τότε δημιουργούσε περιβαλλοντικά προβλήματα» λέει. «Επανήλθα στην Αθήνα και δραστηριοποιήθηκα στον κλάδο των τροφίμων. Δούλευα σε αλυσίδες τροφίμων,σε επιχειρήσεις που έκαναν πωλήσεις και αργότερα στην οργάνωση των σουπερμάρκετ. Ημουν στον χώρο από το 1978 ως το 2000» σημειώνει. Ο κ. Παναγιωτόπουλος εργάστηκε στη συνέχεια σε εταιρεία εισαγωγής ιατρικών μηχανημάτων και, έπειτα, σε εισαγωγική επιχείρηση που ήταν και η τελευταία του δουλειά.

«Η παραμονή μου εδώ στον ξενώνα τελειώνει.Λογικό είναι.Υπάρχει μεγάλη ζήτηση εκεί έξω και το βλέπουμε καθημερινά. Λογικά, θα βρεθώ πάλι έξω. Προσπαθούμε εδώ με τους ανθρώπους του ξενώνα να κάνουμε επαφές με επιχειρήσεις,στέλνουμε βιογραφικά για να βρεθεί μια δουλειά. Ομως, όταν ακούν την ηλικία μου,απαντούν “ψάχνω για κάποιον νεότερο”» λέει. Μιλάει για αναλγησία. «Δεν μπορεί να βγαίνει ο Πάγκαλος και να λέει “μαζί τα φάγαμε”. Δεν έχουμε να αγο ράσουμε ένα τσιγάρο.Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εξευτελισμός για έναν άνθρωπο που έχει δουλέψει να ζητά ένα τσιγάρο!» σημειώνει.

Ηρθε στην Αθήνα από την Αμαλιάδα στην ηλικία των 10 ετών και φοίτησε σε κλασικό εξατάξιο στην Πλάκα. «Ηταν αυστηρό σχολείο.Το ΄63 που βάλαμε τζιν ο διευθυντής είπε “λιμενεργάτες,πηγαίνετε στα σπίτια σας να αλλάξετε”.Ανήκα στη “γενιά του 15%” και επί Γεωργίου Παπανδρέου κάναμε μεγάλες διαδηλώσεις.Επί χούντας,ήμουν οργανωμένος στην Αριστερά» λέει. «Το 1980,που ήμουν τριαντάρης, έβλεπα τον εαυτό μου ως ενεργό πολίτη με συμμετοχή στα κοινά. Ηθελα να δω την κοινωνία να εξελίσσεται και όχι να βρίσκεται στη σημερινή οπισθοδρόμηση » υπογραμμίζει . «Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα βρισκόμουν εδώ.Είχα σπίτι και αυτοκίνητο. Αφιερωνόμουν στη δουλειά και αμειβόμουν με το παραπάνω πάντοτε πάνω από τη συλλογική σύμβαση» λέει.

«Αυτά που ακούμε στην τηλεόραση για τον ΟΑΕΔ είναι καραμέλες.Να βρουν κονδύλια,τα οποία θα φτάσουν σε εμάς» τονίζει. «Εδώ είμαστε τα τέσσερα άλφα: Ανεργοι, ανασφάλιστοι, άστεγοι και άφραγκοι.Εάν το καταλάβουν αυτό,μόνο έτσι θα δουν και το πρόβλημά μας» λέει. «Ο ξενώνας δεν έχει τα κονδύλια.Απευθύνομαι και στους έχοντες για να προσφέρουν. Κάτι για να μας βοηθήσει ψυχολογικά» σημειώνει ο κ. Παναγιωτόπουλος. «Αυτό το πράγμα είναι παράλογο.Μηδενική ευαισθησία από τους εργοδότες. Αυτές οι εκρήξεις που δημιουργούνται θα στραφούν εν τέλει εναντίον τους» τονίζει με πικρία.
ΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΦΤΑΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Σύμφωνα με τη μη κυβερνητική οργάνωση Ρraksis, περί τους 20.000 ανθρώπους στην Ελλάδα στερούνται στέγης.Ανάμεσά τους εντοπίζονται και οι νεοάστεγοι,πολλοί εκ των οποίων μορφωμένοι που φτάνουν στους δρόμους γιατί χάνουν τη δουλειά τους ή δεν καταφέρνουν να βρουν εργασία.Επίσης,ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει το φαινόμενο των απολυμένων λίγο πριν από τη σύνταξη,αλλά και των νέων ανθρώπων που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις βασικές οικονομικές υποχρεώσεις.Αλλες αιτίες είναι τα χαμηλά εισοδήματα,τα προβλήματα υγείας,η χρήση ουσιών,η απουσία οικογενειακού υποστηρικτικού περιβάλλοντος και η μετανάστευση.Πρόκειται για έναν «τέταρτο κόσμο» σύγχρονων κλοσάρ,των οποίων τα δημογραφικά,πολιτιστικά και εκπαιδευτικά αγαθά απέχουν πόρρω από τα παραδοσιακά στερεότυπα του αστέγου.Ο μέσος όρος ηλικίας τους φτάνει τα 47 έτη,ενώ το προσδόκιμο ζωής των αστέγων είναι 20 χρόνια κάτω από τον μέσο όρο.Μάλιστα είναι τέτοια η κατάσταση στους δρόμους,που καταγράφονται έντονες αψιμαχίες για το ποιος θα προλάβει να καπαρώσει ένα παγκάκι για να κοιμηθεί...